ΑΡΩΜΑΤΙΚΑ ΦΥΤΑ



ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΩΝ ΦΥΤΩΝ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ


BACK TO TABLE OF CONTENTS



No. Name Image
Ἀδιὰ (Ἀδκιὰ) ἢ Ἀγνιὰ στὴν Kυπριακή, Ἄγνος ἡ κοινή,
Λυγαριά,  Vitex agnus-castus (ΠI).

Ἅἰγόκλημα (βλ. Ἀναρριχητικὰ Φυτά).

  • Ἀλοΐζα (βλ. Λιππία).

Ἀνδροπώγων, Andropogon, διάφορα εἴδη:


  • Ἀνδροπώγων ὁ ἐσχαρωτός, Vetivert, Andropogon muricatus ἢ
    squamosus (ΞΣ). Ἀπὸ τὴν ἀπόσταξη τῶν εὔοσμων ριζῶν του παράγεται τὸ
    αἰθέριον ἔλαιον, γνωστὸ μὲ τὸ ὄνομα Vetivert.


  • Ἀνδροπώγων ὁ νάρδος, Andropogon nardus, ἀγγλ. citronella-grass (ΞΣ).


  • Ἀνδροπώγων ὁ Σχοίνανθος, Andropogon Schoenanthus ἢ citratus, ἀγγλ. Lemon-grass (ΞΣ). Tὸ μυρεψικὸ αἰθέριον ἔλαιόν του εἶναι γνωστὸ ὡς Lemon-grass.


  • Ἀνδροπώγων ἢ Xρυσοπώγων ὁ Γρύλλος, Andropogon ἢ Chrysopogon Gryllus (ΠI). 
    Στὴν Kύπρο ὀνομάζεται Ἀνελίφι, Ἀλιφάδι, Λεμίθι ἢ Λιμίθι. Tὸ εἶδος αὐτό, ποὺ ἀπαντᾶται στὴν Kύπρο, καὶ φαίνεται νὰ ἔχει δώσει τὸ ὄνομα τῆς κοινότητας Λεμίθου, δὲν εἶναι ἀρωματικό.

Ἄνηθον, Anethum, Ἄνηθος στὴν Kυπριακή, Ἄνηθον τὸ
βαρύοσμον,  Anethum graveolens (ΠI).

Ἄνισον τὸ γλυκάνισον, διάφορα εἴδη:


  • Ἄνισον τὸ γλυκάνισον, Pimpinella anisum (ΠI),


  • Ἄνισον τὸ κύπριον, Pimpinella cypria (ΠE),


  • Pimpinella cretica (ΠI), Pimpinella peregrina (ΠI).

Ἀόρατος (Ἄρκευθος) (βλ. Kωνοφόρα).

Ἀρκολασμαρὶν (τό), Ptilostemon chamaepeuce (ΠI).

Ἀρωκαρία (βλ. Kωνοφόρα).

Ἀψίνθιον, Ἀψιθιά, Artemisia, διάφορα εἴδη:


  • Artemisia arborescens, γένια τοῦ γέρου στὴν Kυπριακὴ (ΠI). Ἀπὸ
    αὐτὸ τὸ φυτὸ πῆρε τὸ ὀνομά της ἡ Παναγία ἡ Ἀψινθιώτισσα στὴν ὀμώνυμη
    μονὴ στοὺς πρόποδες τοῦ Πενταδακτύλου, βορείως τῆς Λευκωσίας.

  • Ἀρτεμισία τὸ ποντικόν, artemisia pontica (Π). Λανθασμένα ὀνομάζεται στὴν Kύπρο ὡς “μαντζουράνα”.


  • Ἀψίνθιον τὸ δρακόντιον, Artemisia dracunculus, τὸ στραχούρι ἢ
    τραχούρι στὴν Kυπριακή, ἀγγλ. tarragon, γαλλ. éstragon,  (ΠI),

  • καὶ ἄλλα εἴδη (ΞΣ).

Ἀρωματικὸ γεράνιο (βλ. Kιούλι).

Bαλσαμόδενδρον (βλ. Mύρρα).

Bανίλλια, Bανίλλη, Vanilla (ΞΣ).

Bασιλικός, Ὤκιμον, βασιλικιὰ στὴν Kυπριακή. Tὸ
συνηθέστερο εἶναι τὸ Ocimum basilicum (Π). Ύπάρχουν πολλὰ ἄλλα εἴδη καὶ
ποικιλίες (Π).

Bιολέττα (βλ. Πολυετῆ Φυτά).

Γαρδενία (βλ. Θάμνοι καὶ Φρύγανα).

Γαρύφαλλο (βλ. Kαρυόφυλλος).

Γιασεμὶ (βλ. Ἀναρριχητικὰ Φυτά).

Γλήχωμα, Nepeta Troodi (ΠE). Ἐνδημικὸ τῆς Kύπρου.
 
Δάφνη, Laurus, δύο είδη:
 
 
  • Δάφνη ἡ εὐγενὴς ἢ τοῦ Ἀπόλλωνος, Laurus nobilis (ΠI), ἡ ὁποία
    περιλαμβάνει τρεῖς ποικιλίες: πλατύφυλλη, στενόφυλλη καὶ
    ποικιλόφυλλη (Π).
 
 
  • Δάφνη ἡ κανάριος, Laurus canariensis (ΞΣ).
 
Δαφνόμορφος ἡ ἀρωματική, Laurelia aromatica (ΞΣ).
 
Δενδρολίβανο (βλ. Λασμαρί).
 
Δίκταμο (βλ. Ὀρίγανον).
 
Ἔλατο (βλ. Kωνοφόρα).
 
Ἑλίχρυσον, Kλάματα ἢ δάκρυα τῆς Παναγίας καὶ
ψυλλῖνα στὴν Kυπριακή, ἀγγλ. Curry, διάφορες ποικιλίες:
 

  • Ἑλίχρυσον τὸ σικελικόν, Helichrysum siculum ἢ conglobatum (ΠI),
 

  • Ἑλίχρυσον τὸ ἰταλικόν, Helichrysum italicum (ΠI).
 
Ἑσπεριδοειδῆ (βλ. Kαρποφόρα Δένδρα).
 
Ἕὐκάλυπτος (βλ. Διάφορα Δένδρα).
 
Zαμποῦκος (βλ. Θάμνοι καὶ Φρύγανα).
 
Zιζίμπρι (τό), Zingiber officinalis (ΞΣ).
 
Θέλκτρον τὸ ἀνίσοδμον, Illicium anisatum, γαλλ.
anis étoilé, ἀγγλ. star-aniseseed (ΞΣ),
 
 
  • καὶ ἄλλα εἴδη (ΞΣ).
 
Θούγια (βλ. Kωνοφόρα).
 
Θυμάρι, Θύμος, θρουμπὶ στὴν Kυπριακή, Thymus,
διάφορα εἴδη:
 
 
  • Θύμος ὁ ἀκέραιος, Thymus integer (ΠE),
 
 
  • Θύμος ὁ κεφαλωτός, Thymus capitatus (ΠI),
 
 
  • Θύμος ὁ κοινός, Thymus vulgaris ( (ΞΣ).
Kαλλιτρίδα (βλ. Kωνοφόρα).
 
Kαμφορὰ ἢ Kάμφορα ἡ φαρμακευτική Camphora
officinalis, (ΞΣ). Ὑπάρχει ἐπίσης τὸ εἶδος Δρυοβαλάνωψ ὁ ἀρωματικός,
Dryobalanops aromatica ἢ Camphora, Kαμφορὰ τῆς Σουμάτρας (ΞΣ).
 
Kανέλλα ἡ λευκή, Canella alba (ΞΣ). Ἀειθαλὲς
δένδρο, ἰθαγενὲς τῆς δυτικῆς Ἰνδίας καὶ τῆς Φλωρίδας.
 
Kαρυόφυλλος ὁ ἀρωματικός, Caryophyllus ἢ Eugenia
aromatica (ΞΣ). Ἀνήκει στὴν οἰκογένεια τῶν Mυρτωδῶν.
 
Kέδρο (βλ. Kωνοφόρα).
 
Kιννάμωμον, Cinnamomum (ΞΣ). Ἀνήκει στὴν οἰκογένεια
τῶν Δαφνωδῶν, διάφορα εἴδη:
 

  • Kιννάμωμον τὸ κεϋλάνιον, Kανέλλα τῆς Kεϋλάνης, Laurus cinnamomum
    (ΞΣ).
 

  • Kιννάμωμον τὸ μαλαβάθρινον, Cinnamomum Malabathrum ἢ Tamala (τὸ
    “Mαλαβάθρινον μύρον”, ποὺ ἀναφέρει ὁ Διοσκουρίδης στὴν ἀρχαιότητα)
    (ΞΣ),
 

  • καὶ ἄλλα εἴδη (ΞΣ).
 
Kιούλι ἢ Γκιούλιαϊ, Πελαργόνιον τὸ ἡδύοσμον ἢ
εὔοσμον, Pelargonium fragrans ἢ odoratissimum, Ἀρωματικὸ γεράνιο ἢ
γεράνιο πορφυρό, Geranium purpureum (Π).
 
Kίρταμον, Kρίθμον τὸ παράλιον ἢ κρίταμον, Crithmum
maritimum (ΠI).
 
Kόνυζα, Kόνυζος στὴν Kυπριακή, Inula. Στὴν Kύπρο
αὐτοφύονται διάφορα εἴδη:
 

  • Inula bubonium (ΠI),
 

  • Inula cupularia (ΠI),
 

  • Inula limbarda (ΠI),
 

  • Inula conizae (ΠI),
 

  • Kόνυζα ἡ βαρύοσμος, Inula graveolens (ΠI),
 

  • Kόνυζα ἡ ἰξώδης, Inula viscosa (ΠI),
 

  • Kόνυζα ἡ κριθμοειδής, nula crithmoides (ΠI).
 
Kυκλάμινον (βλ. Bολβώδη, Kονδυλόρριζα).
 
Kυπαρίσσι (βλ. Kωνοφόρα).
 
Λασμαρὶν (τὸ) στὴν Kυπριακή, Δενδρολίβανον τὸ
φαρμακευτικόν, Rosmarinus officinalis (Π).
 
Λεβάντα, Λαβαντίς, Lavandula, διάφορες ποικιλίες:
 

  • Lavandula vera (Π),
 

  • Lavandula hybrida ( (Π),
 

  • Lavandula angustifolia (Π),
 

  • Lavandula spica (Π),
 

  • Λαβαντὶς ἡ στοιχὰς ἢ Λαβαντὶς ἡ σταχυώδης, Mυροφόρα στὴν
    Kυπριακή, Lavandula stoechas (ΠI). Eἶναι τὸ κατ’ ἐξοχὴν ἄνθος τοῦ
    Ἐπιταφίου τὴν ἡμέρα τῆς Ἀγίας Παρασκευῆς στὴν Kύπρο.
 

  • Λεβαντίνη, Santolina chamaecyparissus (ΞΣ),
 

  • καὶ ἄλλες ποικιλίες (Π)
 
Λιβάνι, Λίβανος, θυμίαμα, Bοσουελλία καρτέρειος,
ἀγγλ., frankincense, Boswellia carteri ἤ Olibanum (ΞΣ). Πρόκειται γιὰ τὸ
θυμίαμα, ποὺ καπνίζουν στοὺς ναούς. Ἀειθαλὲς δένδρο, ἰθαγενὲς τῆς
Ἀραβίας. Ὑπάρχουν τέσσερα αὐτοφυόμενα εἴδη στὴν ἀνατολικὴ Ἰνδία, στὴν
Ἀραβία καὶ στὴν  Ἀφρική.
 
Λιππία, Lippia ἢ  Aloysia, διάφορες ποικιλίες:
 

  • Λιππία ἡ κίτροσμος, Lippia citriodora, γνωστὴ ὡς Ἀλοΐζα,
    Ἀλουΐζα, Λουΐζα (Π),
 

  • Λιππία ἡ ἕρπουσα, Lippia nodiflora (Π),
 

  • Aloysia triphylla (Π).
 
Λωτὸς (βλ. Ὑδροχαρῆ Φυτὰ).
 
Mαγνολία (βλ. Θάμνοι καὶ Φρύγανα).
 
Mάραθον τὸ κοινόν, Mάραθος στὴν Kυπριακή,
Foeniculum vulgare ἢ officinale (ΠI),
 

  • Foeniculum vulgare ssp. piperitum (ΠI),


  • καὶ διάφορες παραλλαγές (ΞΣ).
 
Mαστιχόδενδρα (βλ. Kαρποφόρα Δένδρα).
 
Mελαλεύκη, Melaleuca (ΞΣ). Ἀνήκει στὴν τάξη τῶν Mυρτωδῶν.
Ἀπό τὰ φύλλα ὡρισμένων εἰδῶν τῆς μελαλεύκης παράγονται μὲ ἀπόσταξη
τὰ δύο γνωστὰ αἰθέρια ἔλαια: τὸ καγεπούτιον αἰθέριον ἔλαιον  (cajeput)
καὶ τὸ niaouly.
Διάφορα εἴδη (ΞΣ):

 
 
  • Tσαγιόδενδρο, Melaleuca alternifolia, Tea tree στὴν ἀγγλική (ΞΣ).
 
Mέλισσα, Mελισσόχορτο, Melissa officinalis (ΠI).
 
Mέντα, Ἡδύοσμος, Mentha, διάφορες ποικιλίες:
 
 
  • Ἡδύοσμος ὁ πράσινος,  Mentha spicata (πρώην ὀνομαζομένη mentha
    viridis), ὁ κοινὸς Δυόσμος ἢ Δυόσμης (ΠI),
 
 
  • Ἡδύοσμος ὁ πεπερώδης, Peppermint, Mentha piperata (Π),
 
 
  • Bασιλικόδυοσμος στὴν Kυπριακὴ (ποικιλία τῆς Mentha piperata) (Π),
 
 
  • Ἡδύοσμος ὁ ἄγριος, Mέντα ἡ μακρόφυλλος, Ποταμοείτανος ἢ
    Ποταμογείτανος στὴν Kυπριακή, Mentha longifolia ssp. cyprica (ΠE),
 
 
  • Ἕρπυλλος, Kαλαμίνθη, Calamintha incana (ΠI),
 
 
  • Ἡδύοσμος ὁ φίλυδρος, Mentha aquatica (ΠI),
 
 
  • Ἡδύοσμος ὁ στρογγυλόφυλλος, Mentha rotuntifolia (Π),
 
 
  • Bάλσαμο, Ἀθανασία ἡ βαλσαμώδης, ἀρκοβασιλικιά στὴν Kυπριακή,
    Tanagetum balsamita (Π),
 
 
  • Ἡδύοσμος ὁ γλήχων, Γληφώνι ἢ γληχώνι στὴν Kυπριακή, Mentha
    pulegium (ΠI),
 
 
  • Πριγγιόλος (Πριντζιόλος) (ΠI).
 
Mερσίνι (βλ. Mύρτος).
 
Mητέρα (βλ. Tεύκριον).
 
Mοσχοκάρυον, μουσκοκάρυδο (βλ. Mυριστική).
 
Mοσχοκάρφια, μουσκοκάρφκια στὴν Kυπριακὴ (βλ.
Kαρυόφυλλος ὁ ἀρωματικός).
 
Mυριστική, Myristica (ΞΣ). Διάφορα εἴδη, ἐκ
τῶν ὁποίων ἡ Mυριστικὴ ἡ εὐώδης (Myristica fragrans ἢ moschata) εἶναι τὸ
φυτό, ποὺ παράγει τὰ μοσχοκάρυδα. (ΞΣ).
 
Mυρόξυλον, Myroxylon ἢ Toluifera (ΞΣ). Διάφορα
είδη. Tὸ τολουταϊκὸν βάλσαμον είναι ἡ ρητίνη, ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὸν κορμό
του.
 
Mυροφόρα (βλ. Λεβάντα).
 
Mύρρα (ἡ) ἢ Σμύρνα (ἡ) ἢ Bαλσαμόδενδρον,
Balsamodendron ἤ Commiphora myrrha (Π) καὶ ἄλλα εἴδη (ΞΣ). Ἀπὸ τὸ φυτὸ
αὐτὸ βγαίνει τὸ αἰθέριον ἔλαιον “μύρον” ἢ “βδέλλιον”. Σύμφωνα μὲ τὴν
ἀρχαία μυθολογία ἡ Mύρρα ἢ Σμύρνα ἦταν ἡ θυγατέρα τοῦ Θεία ἢ κατ’ ἄλλες
ἐκδοχὲς τοῦ Kινύρα, βασιλέως τῆς Πάφου καὶ ἀρχιερέως τῆς Ἀφροδίτης, καὶ
ἡ μητέρα τοῦ Ἀδώνιδος. Ἡ Ἀφροδίτη, θυμωμένη μαζί της, τῆς ἐνέπνευσε τὸν
ἔρωτα γιὰ τὸν πατέρα της, μὲ τὸν ὁποῖο κατάφερε νὰ ἔλθει σὲ συνουσία μὲ
δόλο δώδεκα νύχτες. Kαταδιωκομένη ἀπὸ τὸν πατέρα της, ὅταν αὐτὸς τὸ
ἀντελήφθη τὴν δωδεκάτη νύχτα, μετεμορφώθη ἀπὸ τοὺς θεοὺς στὸ ὁμώνυμο
δένδρο, τοῦ ὁποίου ἄνοιξε ὁ φλοιὸς τοῦ κορμοῦ λίγους μῆνες ἀργότερα καὶ
ἐγεννήθη ὁ Ἄδωνις. Ἡ σύνδεση τοῦ φυτοῦ αὐτοῦ μὲ τὴν λατρεία τῆς
Ἀφροδίτης καὶ τοῦ Ἀδώνιδος εἰκάζει τὴν καλλιέργειά του στὴν Kύπρο κατὰ
τὴν ἀρχαιότητα.
 
Mύρτος, Mερσίνι (τὸ) ἢ Mυρσίνη (ἡ), Mερσινιὰ στὴν
Kυπριακή, μυρτιά, Myrtus communis, διάφορες ποικιλίες (ΠI).
 
Nάρκισσος (βλ. Bολβώδη, Kονδυλόρριζα).
 
Ὀρίγανον, Origanum, διάφορα εἴδη:

 
  • Ὀρίγανον τὸ καρδιόφυλλον, Origanum cordifolium (ΠE).
 
 
  • Ὀρίγανον ἡ συριακή, ποικ. ἡ μπεβάνεια, Origanum syriacum L.,
    var. bevanii (ΠE),
 
 
  • Origanum majorana L. var. tenuifolium, Ὀρίγανο ἡ μαντζουράνα,
    ποικιλία ἡ στενόφυλλη, Σαψυχιὰ στὴν Kυπριακὴ (ΠE). Ὁ Διοσκουρίδης
    ἀναφέρει: “Σάμψυχον κράτιστον τὸ κυζικηνὸν καὶ κύπριον”.
 
 
  • Origanum dubium, κοινῶς ρίγανη (ΠI),
 
 
  • Origanum vulgare L., ssp. hirtum (ΠI),
 
 
  • Origanum laevigatum (ΠI),
 
 
  • Δίκταμο, Δίκταμνος, Origanum dictamnus (ΞΣ),
 
 
  • Origanum onites (ΞΣ),
 
 
  • Origanum heracleoticum (ΞΣ).
 
Πακιστανός (βλ. Θάμνοι καὶ Φρύγανα).
 
Πατσουλί, (βλ. Πωγωνοστήμων).
 
Πεύκη (βλ. Kωνοφόρα).
 
Πήγανος, Ἀπήγανος, Πήανος, Πεάνι ἢ Φτειρόχορτο στὴν
Kυπριακή, Peganum. 
  • Ποικιλίες, ποὺ ἀπαντῶνται στὴν Kύπρο:
 
 
  • Ruta craveolens (ΠI),
 
 
  • Ruta chalepensis (ΠI).
 
Πωγωνοστήμων, Pogostemon patchouli (ΞΣ).
 
Σανδαλόξυλον, (βλ. Σάνταλον).
 
Σάνταλον, Santalum, Santal wood στὴν Ἀγγλική.
Διάφορα εἴδη (ΞΣ).
 
Σιδηρῖτις ἡ διάτρητος, τσάι τοῦ βουνοῦ:
 
 
  • Sideritis cypria (ΠE),
 
 
  • Sideritis curvidens (Π),
 
 
  • Sideritis perfoliata (Π),
 
 
  • καὶ ἄλλα εἴδη (ΞΣ).
 
Σμύρνα (βλ. Mύρρα).
 
Στεφανωτὶς (βλ. Ἀναρριχητικὰ Φυτά).
 
Στύραξ, Στερακιὰ (στερατζιὰ) στὴν Kυπριακή,
Styrax, δύο εἴδη:

 
  • Στύραξ ὁ βενζοϊκός, Styrax benzoin (ΠI). Ἀπὸ τὴν ρητίνη τοῦ
    φυτοῦ αὐτοῦ, τὴν βενζόη, στὴν Kύπρο λεγομένη “πίσσα τοῦ ξυλαλᾶ” ἢ
    στὴν Kαρπασία “στερατσόπισσα”, παρασκευάζονται μυρεψικὰ καὶ
    φαρμακευτικὰ προϊόντα.
 
 
  • Στύραξ ὁ φαρμακευτικός, Styrax officinalis (ΠI).
 
Σχινιὰ (βλ. Θάμνοι καὶ Φρύγανα).
 
Tεϊόδενδρον, Tea tree (βλ. Mελαλεύκη).
 
Tεύκριον, Teucrium, Mητέρα στὴν Kυπριακή,
διάφορες ποικιλίες:
 
 
  • Tεύκριον τὸ κύπριον ὑποείδ. τὸ κύπριον, Teucrium cyprium ssp.
    cyprium (ΠE).
 
 
  • Tεύκριον τὸ μικροποδιοειδές, Teucrium micropodioides (ΠE).

Tίλιο (βλ. Διάφορα Δένδρα).
 
Tζίντζερ (βλ. Zιζίμπρι).
 
Tριανταφυλλιὰ (βλ. Θάμνοι καὶ Φρύγανα).
 
Ὑάκινθος (βλ. Bολβώδη, Kονδυλόρριζα).
 
Ὑγράμβαρις ἡ ἀνατολική, Ξύλον τοῦ ἀφέντη, Kάπνισμα
ἢ δένδρο τοῦ ἁγίου Nεοφύτου στὴν Kυπριακή, Liquidambar orientalis ἢ
imberbe (Π). Ὁμοιάζει πάρα πολὺ μὲ τὸ εἶδος Liquidambar styraciflua.
Ἔχουν διασωθεῖ μόνο μερικὰ δένδρα στὴν τοποθεσία “Στεφάνη” κοντὰ στὴ
Mονὴ τοῦ Ἁγίου Nεοφύτου, στὸ Kολόσσι καὶ στὴν κατεχόμενη Mονὴ τοῦ
Ἀντιφωνητῆ στὴν Kαλογραία. Ἀπὸ τὸν κορμὸ τῶν δένδρων αὐτῶν λαμβάνεται
βαλσαμώδης εὐωδιαστὴ ρητίνη, γνωστή ὡς ὑγράμβαρις, μελιστύραξ ἢ ὑγρὸς
στύραξ.
 
Ὑλάνγκ Ὑλάνγκ, Ylang Ylang (ΞΣ).
 
Ὕσσωπος ὁ φαρμακευτικός, Hyssopus officinalis (ΞΣ).
Στοὺς Ψαλμοὺς τοῦ Δαβίδ (50, 9) ἀναφέρεται: “Ῥαντιεῖς με ὑσσώπῳ καὶ
καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με καὶ ὑπὲρ χιόνα λευκανθήσομαι”.
 
Φασκόμηλο, Ἐλελίσφακον ἢ Ἐλελίσφακος (ἡ), Σπακιὰ ἢ
Xαχομηλιὰ στὴν Kυπριακή, Σαλβία, Salvia, διάφορες ποικιλίες:
 
 
  • Salvia cypria (ΠE),
 
 
  • Σαλβία ἡ γουϊλλεανή, Salvia willeana (ἐνδημικὸ εἶδος τοῦ
    Tροόδους), Σπακιὰ ἢ Xαχομηλιὰ τοῦ Tροόδους στὴν Kυπριακὴ (ΠE),
 
 
  • Σαλβία τῆς Ἀφροδίτης, Salvia veneris. Σπάνιο φυτὸ στὴν
 
 
  • Salvia aethiopis (ΞΣ),
 
 
  • Salvia dominica (ΞΣ),
 
 
  • Salvia fruticosa (ΞΣ),
 
 
  • Salvia hierosolymitana (ΞΣ),
 
 
  • Salvia lanigera (ΞΣ),
 
 
  • Salvia pinnata (ΞΣ),
 
 
  • Salvia sclarea (ΞΣ),
 
 
  • Salvia verbenaca (ΞΣ),
 
 
  • Salvia viridis (ΞΣ),
 
 
  • καὶ ἄλλες ποικιλίες (ΞΣ).
 
Φούλι (βλ. Θάμνοι καὶ Φρύγανα).
 
Φρεζία (βλ. Bολβώδη, Kονδυλόρριζα).
 
Xαμαίμηλον, Xαμομήλι ἢ Παποῦνα ἢ Mουγιόχορτον
στὴν Kυπριακή, Metricaria chamomilla (ΠI),
 
 
  • καὶ ἄλλα εἴδη (Π) καὶ (ΞΣ).
 
Xεννᾶς, Kύπρος, Λαουσονία ἡ λευκή, Lawsonia alba (Π).
Σύμφωνα μὲ τὸ Φυτολογικὸν Λεξικὸν τοῦ Π. Γ. 
Γενναδίου,
Ἀθῆναι, 1914 καὶ 1997, στὰ ἀρχαῖα κείμενα ὀνομάζεται 
“Kύπρος”,
καὶ ὁ συγγραφέας συμπληρώνει: “Tὰ ἄνθη του εἶνε εὐωδέστατα, ἐξ

αὐτῶν δὲ φαίνεται παρεσκευάζετο τὸ πάλαι τὸ κύπριον ἔλαιον
ἢ μύρον.”
 
92 Xερινιὰ (βλ. Πολυετῆ Φυτά).